Στην εργασία αυτή θελήσαμε να αναλύσουμε την απότομη άνοδο της AIRBNB ως ανατρεπτικής καινοτομίας μέσα σε μία δεκαετία σε παγκόσμιο επίπεδο και να αναδείξουμε τόσο τα θετικά στοιχεία, όσο και τις δύσκολες και ακραίες επιπτώσεις που επέφερε στις ζωές πολλών πολιτών αλλά και επιχειρηματιών, ενώ ταυτόχρονα αύξαινε τους μιμητές της, που προσπαθούν να αντιγράψουν το επιτυχημένο επιχειρηματικό της μοντέλο.
Αναλύουμε τόσο το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτή η πλατφόρμα και οι παρόμοιές της αναπτύχθηκαν, αλλά και τις προβλέψεις για το μέλλον αυτών των ψηφιακών πολυεθνικών επιχειρήσεων. Ειδική αναφορά γίνεται για την αντιπαλότητά της με τον ξενοδοχειακό κλάδο, γίνονται οι ανάλογοι συσχετισμοί και διαφοροποιήσεις.
Στην έρευνα που συνόδεψε το θεωρητικό μας πλαίσιο, εξετάσαμε τις θέσεις των ελλήνων εκμισθωτών (hosts) της AIRBNB που ανήκουν σε ομάδα ενός δημοφιλούς κοινωνικού δικτύου. Μέσα από τριάντα ερωτήματα ανοικτού και κλειστού τύπου, μαθαίνουμε για το προφίλ τους και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν την ενασχόλησή τους αυτή, ως κύρια επαγγελματική ή συμπληρωματική των λοιπών τους δραστηριοτήτων. Εξήχθησαν χρήσιμα συμπεράσματα τα οποία πιστεύουμε πως μπορούν να αξιοποιηθούν θετικά από διάφορους φορείς, διότι φάνηκε πως η AIRBNB αύξησε τον τουρισμό και μεγάλωσε την τουριστική πίτα, παρά ότι λειτούργησε ανταγωνιστικά του κλασσικού τουριστικού προϊόντος.
Η θάλασσα, τα άνυδρα νησιά, τα σφαλιστά σπίτια και τα ξεχασμένα χωριά συνυπάρχουν με τον έρωτα – νεανικό, καθημερινό, ώριμο – και με τα δάκρυα που άλλοτε κυλούν και άλλοτε στερεύουν. Δάκρυα παιδικά, ερωτικά, κληρονομημένα, δάκρυα κούρασης και σιωπής.
Με λόγο άλλοτε λιτό κι άλλοτε χειμαρρώδη, η Αριάδνη Νικολάρα πλέκει τον δικό της μίτο ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, στο προσωπικό βίωμα και τη σύγχρονη πραγματικότητα. Μικρά αφαιρετικά ποιήματα συνυπάρχουν με εκτενείς ποιητικές ροές, όπου ο άνθρωπος παραμένει στο κέντρο: ευάλωτος, ανήσυχος, ακόμη αναζητητής.
Ένα ποιητικό ταξίδι από το 1992 έως σήμερα, εκεί όπου τα καλοκαίρια περνούν, οι τόποι αλλάζουν, αλλά η ανάγκη για αγάπη, μνήμη και αλήθεια επιμένει.
Μικρές αφηγήσεις για σηµερινούς και πολυάσχολους ανθρώπους µε πρωταγωνιστές τον καθένα µας, που έδωσε το έναυσµα στην πένα της συγγραφέως να θυµηθεί, να συγκινηθεί, να σχολιάσει, να προβληµατιστεί, να κριτικάρει, να νοσταλγήσει, να «επιστρέψει», να ταξιδέψει, να ζήσει, να µοιραστεί.
Φτιαγµένες στα µέτρα της φρενήρους εποχής µας, για να ολοκληρώνονται όσο κρατάει ένα τσιγάρο, ένας καφές, µια διαδροµή στο µετρό, η αναµονή σε ένα κοµµωτήριο ή σε ένα ιατρείο, όσο χρειάζεται µια νοικοκυρά για να προχωρήσει το φαγητό και άπειρα τρίλεπτα µέσα στη µέρα που σπαταλάµε µέσα σε ένα κινητό, ακολουθώντας τη ροή.
Η ροή όµως είναι η ίδια η ζωή, που φεύγει και χάνεται και σπαταλιέται χωρίς να ακούµε πια τις διηγήσεις των µεγάλων και τη θυµοσοφία που µεγάλωσε και γαλούχησε γενιές και γενιές. Αυτά τα στιγµιότυπα ζωής είναι που µας πάνε µπροστά και µας διδάσκουν. Είναι δίπλα µας και πια δεν τα βλέπουµε, τα προσπερνάµε αδιάφορα, σαν να είναι δεδοµένα.















